Βρήκα ανοιχτή την πόρτα. Λήστεψαν το σπίτι μου και σκότωσαν τη μητέρα μου. Μου έκλεψαν και το μπουζούκι».
Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του 22χρονου Λαρισαίου που τον Μάιο του 2025 σκότωσε την 52χρονη μητέρα του επειδή πίστευε ότι τον μισούσε και στη συνέχεια προσπάθησε με την βοήθεια του 23χρονου ξαδέλφου του να πετάξει τη σορό της την οποία είχε τυλίξει σε χαλί, όταν ακινητοποιήθηκε από τους αστυνομικούς το απόγευμα της ίδιας μέρας του φονικού.
Δύο δάχτυλα ποδιού της θανούσας είχαν βγει έξω από το χαλί, όταν προκλήθηκε σοκ σε διερχόμενους στην οδό Λεωνίδου 8 στη Λάρισα που πέτυχαν στον δρόμο τον μητροκτόνο και τον ξάδελφό του.
Σήμερα ξεκίνησε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου η δίκη του μητροκτόνου καθώς και του συνεργού του, του 23χρονου ξαδέλφου του που κατηγορείται για υπόθαλψη εγκληματία.
Στις 12 Μαΐου στις 6:00 κατά τη διάρκεια καβγά ο 22χρονος επιτέθηκε με κουζινομάχαιρο στη μητέρα του σκοτώνοντάς την με 26 μαχαιριές. Στη συνέχεια καθάρισε το σπίτι και τη σορό, πέταξε προσωπικά αντικείμενα της μητέρα τους ώστε να φαίνεται ότι έπεσε θύμα ληστείας και μετά περίμενε το απόγευμα τον ξάδελφό του για να τον βοηθήσει να πετάξουν τη σορό σε κάδο απορριμμάτων. Μάλιστα, πριν συμβεί αυτό πήγε και για καφέ με τον πατέρα του.
Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο δικαστήριο ήσυχος. Στην έναρξη της δίκης βαριανάσανε και έλεγε ότι δυσκολευόταν να αναπνεύσει αλλά στην πορεία ήταν ατάραχος.
Η εισαγγελέας έδρας πρότεινε την ενοχή και των δύο κατηγορουμένων όπως ακριβώς κατηγορούνται. Του 22χρονου για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και του συγκατηγορουμένου του για υπόθαλψη εγκληματία. Είπε για τον μητροκτόνο να μην γίνει δεκτός κανένας ισχυρισμός περί μειωμένου ή μη καταλογισμού ή της τέλεσης της πράξης σε κατάσταση βρασμού ψυχής.
Τόνισε ότι είχε πλήρη επίγνωση των ενεργειών του, οι οποίες δείχνουν μεθόδευση.
Υπογράμμισε ότι μετά από την ανθρωποκτονία μερίμνησε να απομακρύνει τα αίματα, να καθαρίσει τη σορό, ακόμη και να πετάξει προσωπικά αντικείμενα της θανούσας όπως ταυτότητα, κάρτα εργασίας, τραπεζική κάρτα άλλα έγγραφα η απουσία των οποίων υποδηλώνει ότι κάποιος έχει φύγει από την πόλη ή έχει πέσει θύμα ληστείας.
Ούτε θόλωσε, όπως υποστήριξε στους αστυνομικούς όταν τελικά παραδέχτηκε τον φόνο, ούτε βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ ή άλλων ουσιών (κάνναβη εμποτισμένη με μποσνάι), όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, είπε.
«Πέταξε ακόμη και το μαχαίρι που χρησιμοποίησε στον κάδο αφού πρώτα το καθάρισε από τα αίματα», σημείωσε.
Η εισαγγελέας έδρας τόνισε ότι ο κατηγορούμενος είχε προσπαθήσει και στο παρελθόν να σκοτώσει τη μητέρα του μια μέρα πριν πάει φαντάρος, επικαλούμενη μαρτυρίες. Προσπάθησε να την πνίξει με μαξιλάρι ενώ εκείνη ήταν στο καναπέ αλλά τον αντιλήφθηκε και σταμάτησε.
Επίσης, είπε ότι την είχε χτυπήσει στο παρελθόν.
Σημείωσε ότι μεγαλώνοντας μακριά από τη μητέρα του την είχε μυθοποιήσει. Όταν τελικά πήγε να μείνει μαζί της την απομυθοποίησε και στη συνέχεια έφτασε να έχει τέτοιο μίσος και θυμό.
Σημείωσε ότι ο καβγάς που είχε νωρίτερα του φονικού το πρωί με τη μητέρα του ήταν ένας συνηθισμένος, δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο, για να θολώσει ούτε και οι πράξεις στις οποίες προέβη, μπορούν να δικαιολογηθούν από το αλκοόλ ή τις ουσίες.
Για τον δεύτερο κατηγορούμενο συμφώνησε ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, όταν το απόγευμα κλήθηκε από τον 22χρονο να τον συναντήσει και ενημερώθηκε τι συνέβη, σημείωσε, όμως, ότι στο διάστημα που ακολούθησε είχε χρόνο για να ειδοποιήσει την αστυνομία, ακόμη και να φύγει, αλλά όπως είπε, εκείνος ακόμη κι όταν αντιλήφθηκαν την έλευση της αστυνομίας, ακολουθούσε τον δράστη.
Νωρίτερα ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε ψυχιατρικά προβλήματα, κατανάλωση αλκοόλ και χρήση ουσιών, υποστηρίζοντας ότι ο 22χρονος δεν είχε επίγνωση των ενεργειών του.
Από την πλευρά του ο 22χρονος είπε ότι δεν είναι δολοφόνος. «Αγαπώ όλους τους ανθρώπους. Δεν έχω πειράξει ποτέ κανέναν ούτε έχω ασκήσει βία. Εχω υποστεί μπούλινγκ λόγω κιλών. Ζήλευα που άλλοι είχαν σχέση. Δεν εκδήλωσα όμως ποτέ ζήλεια», είπε.
Για το βράδυ πριν το έγκλημα είπε ότι μετά από διαπληκτισμό με τη μητέρα του βγήκε έξω μόνος του και ήπιε πολύ αλκοόλ, μισό μπουκάλι βότκα και τρία ποτήρια ουίσκι. Όπως κατέθεσε, γύρισε με τα πόδια, ενώ στον δρόμο βρήκε κάποιον και αγόρασε ένα τσιγάρο κάνναβης. Όταν έφθασε σπίτι, ήταν ζαλισμένος, όπως κατέθεσε.
«Η μητέρα μου ήταν ξύπνια, γιατί ετοιμαζόταν να πάει στη δουλειά. Τσακωθήκαμε και άρχισε να κατηγορεί ότι δεν εργάζομαι, σπαταλάω χρήματα και δεν συνεισφέρω. Ημουν σαν σε άλλο κόσμο. Σαν να βγήκε ένα θηρίο από μέσα μου. Πήρα ένα μαχαίρι από την κουζίνα και άρχισα να τη χτυπάω. Δεν θυμάμαι ποιες ήταν οι αντιδράσεις της μητέρας μου. Μετά άρχισα να κλαίω και να προσπαθώ να βρω τρόπους να καθαρίσω το σπίτι», είπε και ζήτησε συγγνώμη. «Μετανιώνω πικρά. Τη μητέρα μου την αγαπούσα και με αγαπούσε», κατέληξε.
Από την πλευρά του, ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε ότι συναντήθηκε με τον 22χρονο όταν του ζήτησε να πάνε για καφέ το απόγευμα γύρω στις 19:00. Όταν τον είδε του είπε να πετάξουν πρώτα ένα χαλί. Τόνισε ότι όταν μπήκε στο σπίτι, υπήρχε μια έντονη άσχημη μυρωδιά που του ανακάτευε το στομάχι. Τον ρώτησε από που προερχόταν και του απάντησε να μην ανησυχεί. Οταν τελικά είδε αίματα στο πάτωμα, είπε ότι ο συγκατηγορούμενός του παραδέχτηκε τον φόνο της μητέρας του. Του είπε ότι θα έπαιρνε την αστυνομία αλλά τον απείλησε ότι θα τον εμπλέξει στον φόνο και φοβήθηκε.
Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των μαρτύρων και την πρόταση της εισαγγελέα η δίκη διακόπηκε για τις 17 Μαρτίου.



